28.3.11

Στην επόμενη ζωή, παντρεμένος άντρας παρακαλώ!



Τί ωραία να γυρνάς στο σπίτι, να βρίσκεις έτοιμο φαγητό, τακτοποιημένο περιβάλλον, ρούχα καθαρά και σιδερωμένα, να μπορείς να χαλαρώσεις χωρίς να σου τριβελίζουν διάφορες δουλειές το μυαλό, να ξαπλώνεις στον καναπέ και να μην έχεις να κάνεις τίποτα,
να μην προβληματίζεσαι, να κανονίζεις για καφέ το απόγευμα, να βλέπεις ταινίες απερίσπαστος πριν πας για ύπνο, εντάξει να υφίστασαι και λίγη γκρίνια για πράγματα που δεν έκανες -επειδή θεωρείς ότι δεν είναι δική σου δουλειά.
Κάποιος είπε ότι στους αιώνες η γυναίκα είναι αυτή που θέλει παντρευτεί, όχι ο άντρας και αυτό είναι το πιο ηλίθιο πράγμα που έχω ακούσει ποτέ. 

19.3.11

Μία είναι η ουσία δεν υπάρχει αθανασία



Σκεφτόμουν πως όσο μεγαλώνουμε ανεβαίνουμε λίγο ψηλότερα και διακρίνουμε πιο καθαρά το σχέδιο που πάνω του υφαίνεται η ζωή μας.
Οι δρόμοι που επιλέξαμε ή στους οποίους αφεθήκαμε, χρωματίζονται και αποκτούν μορφή που συχνά δεν είναι αντιληπτή από το ύψος των περιστάσεων όπου στεκόμαστε. 
Οι σκέψεις και οι αποφάσεις μας, τα λάθη,τα βιώματα, το υλικό που μας φορτίζει κάθε μέρα, αποτυπώνεται και δεν αλλάζει.
Αυτό το zoom out της ωριμότητας, μας επιτρέπει επίσης τις συνδέσεις με το τυχαίο και καμιά φορά αποκαλύπτει το καρτέρι της μοίρας μέσα στο χάος των επιλογών μας.
Όσο ανεβαίνουμε μικραίνουν οι διαστάσεις του σχεδίου, αυτού του μοναδικού έργου τέχνης που ηθελημένα ή αθέλητα φτιάξαμε. 


Κάτι αντίστοιχο και σύμφωνο με τη θεωρία των φράκταλς, συνέβη και σ'  αυτό που είδαμε στην Ιαπωνία. Εικόνες από ψηλά που πάγωσαν το αίμα. Ανθρώπινα επιτεύγματα εκμηδενισμένα, τσακισμένα σαν παιχνίδια ενός παιδιού που βαρέθηκε και αγρίεψε. Αεροπλάνα πάνω σε στέγες, ουρανοξύστες που παρέπαιαν, αφανισμένες πόλεις. Και ο ανθρώπινος πόνος, παντού ίδιος. Η απόγνωση, χωρίς φυλετικά χαρακτηριστικά, χωρίς χρώμα, χωρίς τάξεις.
Η ελίτ των βαμπίρ που τρέφονται από το αίμα των λαών, κυριολεκτικά απάνθρωπη, αγνοεί την ανθρώπινη υπόσταση. Νομίζουν πως είναι αθάνατοι.
Μας βλέπουν όπως βλέπουμε εμείς τα μυρμήγκια που τρέχουν, πάντα πολύ απασχολημένα και αναρωτιόμαστε ποιο το όφελος, χωρίς να δίνουμε πολύ αξία στη ζωή τους. Έτσι είναι κι αυτοί ιδωμένοι και πάει λέγοντας.


Το είπε ωραία ο Πιτσιρίκος: "Είμαστε άνθρωποι. Σε αυτή τη ζωή δεν έχουμε έρθει για να κάνουμε «οικονομικά θαύματα». Έχουμε έρθει για να ζήσουμε. Κι έχουμε έρθει για να ζήσουμε όλοι μαζί". 

Όταν πλησιάσουμε αρκετά τον ουρανό, εξαυλωνόμαστε και το έργο μας γίνεται μια κουκίδα στον κοσμικό καμβά. Κάποιοι θα κλάψουν. Αλλά το φεγγάρι θα παραμείνει ασυγκίνητο.

3.3.11

Η γιαγιά μου η Κρουσανιώτισσα



Είχε μακριά μαλλιά μέχρι τη μέση. Ξέχασα να τη ρωτήσω γιατί δεν τα έκοβε, θα την παίδευαν στο λούσιμο. Τελευταία δεν έβλεπε σχεδόν καθόλου. Πότε ξέχναγε, πότε θυμόταν.
Είχε χιούμορ. Ένα ευγενές κράμα αυτοσαρκασμού και  ανωτερότητας, βαθιά  γήινης όμως.  Σα να μην μπορούσε τίποτα να την αγγίξει και σα να γνώριζε το τίποτα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Δεν παραπονιόταν ποτέ. Πονούσε και δεν το έλεγε. Έζησε μια μακρά και δύσκολη ζωή. Όλα τα ξεπέρασε. Ήταν ατρόμητη και περήφανη η γιαγιά μου. Η Μ.Κ από τον Κρουσώνα.

Ήταν γλυκύτατη, τον τελευταίο καιρό σα να είχαν μεγαλώσει  κι άλλο τα μάτια της, σα να ξανάνιωσε το δέρμα της από τη διαρκή και αναγκαστική ξεκούραση. Πόσο είχε κουραστεί όμως, τόσα χρόνια, στις εποχές που έζησε, με πολέμους, με χούντα, με έξι παιδιά, στις ελιές στα αμπέλια και αργότερα, στο εργοστάσιο.
Νοίκιαζε τότε ένα σπιτάκι στο Ηράκλειο κοντά σ’  εμάς, πήγαινα κάθε μέρα. Το θυμάμαι σαν χθες κι ας έχουν περάσει περίπου 30 χρόνια. Θυμάμαι τη μυρωδιά και τη γεύση από το καθετί. Κοντά τους, -κοντά σ’  αυτήν και τον παππού μου τον Αντώνη- έζησα κάποιες από τις πιο ευτυχισμένες παιδικές στιγμές.
Τα  αλησμόνητα καλοκαίρια στο χωριό, τα μουσκεμένα στο κατσικίσιο γάλα στο πιάτο, με ολόκληρες φέτες ψωμιού μέσα. Το ψητό στην ξυλόσομπα που μοσχοβολούσε κύμινο και λεμόνι. Τα γλυκά που πάντα μου φύλαγε, τα πολυκαιρισμένα βιβλία του Καζαντζάκη που μύριζαν κρητικό χώμα, το κέντημα με τις φίλες.
Το στενό τους τότε είχε πολλούς γείτονες, τώρα έχει ερημώσει. Όποτε τη ρωτούσα πώς τα περνά μου έλεγε «μοναξά μωρέ Στελιώ μου». Πώς με κάρφωνε αυτή η κουβέντα κατάστηθα. Την επισκεπτόμασταν εμείς, αλλά εκείνης της έλειπε το βουητό της  γειτονιάς, η βόλτα μέχρι τη Μαρίκα, η κυριακάτικη λειτουργία. Τι σκληρή που γίνεται η ζωή στα γεράματα…  ανημπόρια και «μοναξά».

Την τελευταία φορά που την είδα, προσπάθησα να φωτίσω  τις άγνωστες πλευρές του βίου της, πώς ήταν τα παιδικά της χρόνια, πώς ένιωσε όταν παντρεύτηκε τον παππού, τέτοια. Αλλά δεν είπε πολλά, δεν θυμόταν, πονούσε, δεν ξέρω. Καθόμασταν έξω στη χειμωνιάτικη λιακάδα, ήθελα πολλά κι εγώ να της πω, αλλά δεν είπα τίποτα. Μόνο δάκρυζα. Μου είπε μόνο πως όταν έγινε το προξενιό κι αρραβωνιάστηκαν, έσπευσε ο παππούς με κάποια αφορμή να της  πιάσει τη γάμπα κι εκείνη τον αγριοκοίταξε και του είπε «ογλήγορα δεν είναι»;
Και πέρασαν γρήγορα τα χρόνια, δεν έμαθα αν τον ερωτεύτηκε, αν τον ζήλεψε, αν είχε όνειρα, αν φοβόταν. Και μετά πέρασε στην άλλη όχθη, ήσυχα όπως έζησε, την προτελευταία μέρα του χειμώνα, με χιόνια ακόμα στις βουνοκορφές. Και δεν πρόλαβα να τη ρωτήσω για τα μαλλιά της.

Καλό ταξίδι γιαγιά μου αγαπημένη.