31.10.11

Στο δίχτυ


Το καφενείο ήταν γεμάτο καπνούς και άβαταρ που έφτυναν λόγια και RTs.  Οι περισσότεροι μιλούσαν μόνοι τους.  Όπως στο δρόμο. Σε  όλους τους δρόμους που ξεκινάς χαρούμενος  και καταλήγεις να φοβάσαι αυτό που σε περιμένει στην επόμενη γωνία. (Ίσως να βγήκε από κει η αγωνία, η επιθυμία για έλλειψη γωνίας, να μην σε στριμώξει η ζωή).

Αλλά εκεί μέσα, η ζωή ήταν διαφορετική. Σε επιλεγμένο background και χρώματα ιδανικά. Με μουσικές και κοινή γραμματοσειρά για τον καλύτερο και τον χειρότερο, εικόνες ελεγχόμενες, όμορφα σκληρές ή απλώς όμορφες.
Μαζί έπιναν καφέδες και ποτά, μαζί έτρωγαν, στην ίδια πλατφόρμα θεατές. Κάποτε μιλούσαν μεταξύ τους και αστειεύονταν ή βρίζονταν πριν ξανακοπούν τα νήματα της συζήτησης. Οι σκέψεις είχαν λόγο ύπαρξης. Άλλες φορές, οι σκέψεις προκαλούνταν μόνο και μόνο για να γίνουν tweets, εξευγενισμένες για να χωρέσουν σε 140 χαρακτήρες. Και τα συναισθήματα ήταν εκβιασμένα, επιφανειακά και αλληλοδιάδοχα.

Κάποτε έπεφτε χειροκρότημα, ενθουσιασμός, αποθέωση και μετά πάλι μοναξιά. Όλα όσα δεν μπορούσες να πεις στη real life τα έλεγες εκεί. Και υποχρεωτικά κάποιοι θα σε άκουγαν, όπως τους άκουγες κι εσύ. Ο ένας ακολουθούσε τον άλλο, γελώντας ή κλαίγοντας σ’  έναν κόσμο μεγάλο.

Ήταν ένα πάρτι ατέλειωτο αυτό το καφενείο. Ένας θάλαμος αποσυμπίεσης. Ήσουν ελεύθερος να κάνεις ό, τι θέλεις, ακόμα κι επανάσταση, βέβαια. Μπορούσες να αποδομήσεις κυβερνήσεις και να πανηγυρίσεις για τις νίκες σου λίγο πριν πας για ύπνο. Ελευθερία ρε, στα ψέματα ναι, ΟΚ.
Τα λόγια ακύρωναν τις πράξεις. Τα λόγια σε γέμιζαν. Τα λόγια σε έπνιγαν.  Κάτι προύχοντες που παρακολουθούσαν έξω από τη τζαμαρία χάιδευαν τα’  άντερά τους που γουργούριζαν από ικανοποίηση.

 Έβλεπες τον ήλιο, τ’ αστέρια, τη θάλασσα, το φεγγάρι μέσα από φίλτρα. Τα μάτια σου έγιναν οθόνες. Τα δάχτυλα έγιναν πλήκτρα, ψάχνουν συνέχεια το escape  σ’  ένα κρεσέντο ασφυξίας.

«The sky above the port was the color of television, tuned to a dead channel». William Gibson “Neuromancer” (1984)


11.10.11

Έξω από το παράθυρό μου


Βλέπω εσένα. Που ξεκινάς κάθε πρωί σα να ‘ναι πραγματικά μία καινούρια μέρα με το κοντέρ μηδενισμένο.  Στρέφεις το κεφάλι σου στον ήλιο και του χαμογελάς συνωμοτικά χωρίς να τον αποστρέφεσαι. Είσαι γεμάτος όρεξη για τη χαρά και τη λύπη του αγώνα. Όταν απογοητεύεσαι ξαναγεμίζεις. Πώς το κάνεις αυτό;

Τα χέρια σου μπορούν να κρατήσουν τον κόσμο, τα μάτια σου να τον λιώσουν, με κάνεις να χαμογελώ. Πάει καιρός που έχασα την ελπίδα και την πίστη, μού έμεινε μόνο η αγάπη. Και ο φόβος.  Το ένα φέρνει το άλλο και είναι τόσο λάθος αυτό. Αγαπάω και φοβάμαι για μένα και γι’  αυτούς που αγαπώ, κρύβομαι και γίνομαι μικρή για να μη μας βρει το κακό. Το κακό που μεγαλώνει.

Έξω από το παράθυρό μου βλέπω εσένα που μισείς και οργίζεσαι με πράξεις,  που είσαι άνθρωπος περισσότερο από μένα που αγαπώ. Αλλά μέσα μου μολύνομαι από το κακό που έχω καταπιεί και δεν το έφτυσα με πράξεις, μόνο με λόγια το πολέμησα το έλος.

Σε έχω δει να κλαις και αυτή ήταν η πιο ηρωική σου στιγμή γιατί είχε συνέχεια, έγινες πιο ορατός, έγινες στόχος, τα δάκρυα σου δρόσισαν το κάψιμο και έγιανες. Ξανασηκώθηκες για να ορμήσεις μπροστά. Βρήκες χέρι να πιαστείς και αυτό είναι βέβαια σπουδαιότερο από το να βρεις τρύπα να κρυφτείς.

Είσαι έξω και είμαι μέσα, είσαι ελεύθερος είμαι έγκλειστη.  Είσαι ο ουρανός,  το φως, τα σύννεφα που αλλάζουν.  Είμαι η στιγμή, το αιώνιο παρόν, είσαι το μέλλον, αιωνίως θα προπορεύεσαι.
 Λέμε «ζήσε σα να μην υπάρχει αύριο» αλλά όχι «πάλεψε για μπορέσεις να ζήσεις σα να μην υπάρχει αύριο». Γεμάτα, υπέροχα, άφοβα. Γίνεται συνέχεια αύριο το σήμερα που δεν έζησες, που δεν κέρδισες γιατί δεν έπαιξες, απλώς καθόσουν και περίμενες τις ευνοϊκές  συνθήκες. Αλλά οι συνθήκες ωρίμασαν και σάπισαν χωρίς αλληλεπίδραση.

Το «τώρα» έγινε αβάσταχτο χωρίς το «εδώ και» στην αρχή του. Το καταφύγιο έγινε λευκό κελί. Δεν έμεινε τίποτα πια για να προστατευτεί. Αυτούς που δεν αντέδρασαν σε όσους τους πάτησαν στον κάλο, τους πάτησαν στο κεφάλι.  Δεν είμαι αγανακτισμένη, είμαι απελπισμένη, οπλισμένη με δύναμη τρομερή. Είμαι ελεύθερη για τη μία επιλογή: Αξιοπρέπεια ή θάνατος.

Τώρα λέω να σπάσω το παράθυρο, να δώσω ένα σάλτο και να βγω έξω να κυνηγήσω άγρια το φόβο μου γιατί το αύριο φίλε μου, δεν υπάρχει.