26.11.08

Τα παιδιά και ο νόμος

Έπεφτε κάμποσο κλάμα στο πανηγύρι λόγω των παιδιών που στριμώχνονταν κατά λάθος εδώ κι εκεί ανάμεσα στις καρέκλες και των άλλων επίσης που τους μαθαίναν ν' αντιστέκονται στις επιθυμίες τους, στις μικρές μεγάλες χαρές που θα τους δίναν τόσοι και τόσοι γύροι πάνω στα ξύλινα αλογάκια.
Πρέπει να επωφεληθείς απ' το πανηγύρι για να διαμορφώσεις χαρακτήρα. Δεν είναι ποτέ πολύ νωρίς για ν' αρχίσεις. Δεν το ξέρουν ακόμη τα πουλάκια μου πως όλα πληρώνονται. Θαρρούν πως είναι από καλοσύνη που, πίσω απ' τους φωτισμένους πάγκους, οι μεγάλοι προτρέπουν τους πελάτες ν' αγοράσουν τα θαύματα που τα σωρεύουν και τα εξουσιάζουν και τα περιφρουρούν με τσιριχτά χαμόγελα. Δεν γνωρίζουν το νόμο τα παιδιά. Είναι με σκαμπίλια που τους τον μαθαίνουν το νόμο οι γονείς και τα προστατεύουν απ' τις απολαύσεις.
σελ. 368

Η νιότη

Ανακαλύπτεις τόση γελοιότητα σ' όλο το γελοίο παρελθόν σου, τόση απάτη κι ευπιστία, που θα 'θελες ίσως να πάψεις απότομα να 'σαι νέος, θα 'θελες να περιμένεις τη νιότη ν' αποσπαστεί, να την περιμένεις να σε προσπεράσει, να την κοιτάς να φεύγει, να ξεμακραίνει, να δεις όλη της τη ματαιοδοξία, να βάλεις το δάχτυλο στο κενό της, να την κοιτάς να ξαναπερνάει πάλι από μπροστά σου κι έπειτα ν' απέλθεις κι εσύ, να 'σαι σίγουρος πως έφυγε για τα καλά η νιότη σου, και τότε ήσυχα, από μεριάς σου, εσύ μ' εσένα, να ξαναπεράσεις σιγά σιγά απ' την άλλη μεριά του Χρόνου, για να δεις στ' αλήθεια πώς είναι η άνθρωποι και τα πράγματα.
σελ. 341

Η νύχτα

Καλύτερα να σωπαίνω και να κοιτάζω απ' το παράθυρο τα γκρίζα βελούδα της βραδιάς ν' αδράχνουν ήδη την αντικρινή λεωφόρο, σπίτι το σπίτι, πρώτα τα πιο μικρά κι έπειτα τ' άλλα, στο τέλος τα μεγάλα, κι έπειτα τους ανθρώπους που κινούνται ανάμεσά τους, όλο και πιο αμυδροί, αμφίβολοι και θολοί, διστάζοντας απ' το 'να πεζοδρόμιο στ' άλλο, προτού αδειστούν στο σκοτάδι.
Πιο μακριά, πολύ πιο μακριά απ' τα οχυρώματα, διάσπαρτα σ' όλο το μήκος της σκιάς, σειρές κι αράδες αχνά λαμπιόνια σαν πρόκες που κρεμάνε τη λήθη πάνω απ' την πόλη, κι άλλα μικρά φωτάκια που φεγγρίζουν ανάμεσά τους, πράσινα, που αναβοσβήνουν, κόκκινα, καράβια πάντα, κι άλλα καράβια, στόλος ολόκληρος φερμένος ολούθε, που περιμένει τρεμουλιαστός ν' ανοίξουν πίσω απ' τον Πύργο οι μεγάλες πύλες της Νύχτας.
σελ. 313


12.11.08

Το λάθος

Αν πρέπει σώνει και καλά ν' αγαπάς κάτι, με τα παιδιά ρισκάρεις λιγότερα απ' ό,τι με τους ενηλίκους, σου επιτρέπεται τουλάχιστον η ελπίδα ότι θα 'ναι λιγότερο γομάρια από μας, αργότερα. Δεν ξέρεις.
Στην πελιδνή φατσούλα του, σιγοχόρευε εκείνο το απέραντο μικρό χαμόγελο της αγνής στοργής, που ποτέ δεν μπόρεσα να το ξεχάσω. Μια χαρμοσύνη για το σύμπαν ολόκληρο.
Ελάχιστα πλάσματα έχουν, άμα καβατζάρουν τα είκοσι, λίγη ακόμα απ' αυτή την πηγαία στοργή, τη στοργή των ζώων. Ο κόσμος δεν είναι εκείνο που νομίζαμε! Αυτό είναι όλο! Αλλάξαμε λοιπόν κι εμείς μούτρα! Κι όχι λίγο! Αφού λαθέψαμε! Γινόμαστε σκέτα κτήνη, στο άψε σβήσε. Να τι μας απομένει στη φάτσα μετά τα είκοσι! Ένα λάθος! Η φάτσα μας δεν είναι παρά ένα λάθος.
σελ. 291

Η ύπαρξη



Η ύπαρξή μας όλη δεν ήταν παρά ένα είδος δισταγμού μεταξύ αποβλάκωσης και παραληρήματος.
σελ. 272

9.11.08

Η ζωή

Στα νιάτα μας, τις πιο άνυδρες αδιαφορίες, τις πιο κυνικές γαϊδουριές, καταφέρνουμε να τις δικαιολογούμε ως ερωτικές λόξες κι ως σημάδια ούτε ξέρω τίνος άπραγου ρομαντισμού. Μα αργότερα, όταν πια μας δείξει πόση κατεργαριά, σκληράδα, μπαμπεσιά απαιτεί η ζωή μόνο και μόνο για να συντηρηθεί όπως όπως στους 37ο, τότε μπαίνουμε στο νόημα, αναγνωρίζουμε, καταλαβαίνουμε όλες τις παλιανθρωπιές που περιέχει το κάθε παρελθόν. Αρκεί μονάχα να μελετήσουμε σχολαστικά τον εαυτό μας και το σίχαμα που 'χουμε γίνει. Τέρμα το μυστήριο, τέρμα η αφέλεια, τη φάγαμε όλη την ποίησή μας, μιας και ζήσαμε ως εδώ. Είναι κολοκύθια η ζωή.
σελ. 253

7.11.08

Η αλήθεια

Είναι θλιβεροί οι άνθρωποι που πλαγιάζουν, βλέπεις ότι δεν τους κόφτει που τα πράγματα πάνε όπως όπως, βλέπεις ότι δεν γυρεύουν να καταλάβουν το γιατί βρισκόμαστε εδώ. Σκασίλα τους. Κοιμούνται όπως λάχει, είναι ξετσίπωτοι, βόδια, σκληρόπετσοι, Αμερικάνοι ή μη. Έχουν πάντα τη συνείδησή τους ήσυχη.
Εγώ όμως ήταν αδύνατον να ΄μαι ευχαριστημένος μ' όλα τα σόλοικα που 'χα δει. Ήξερα πολλά και δεν ήξερα αρκετά. (...)
Το χειρότερο απ' όλα είναι ότι αναρωτιέσαι πώς θα βρεις την επόμενη μέρα αρκετή δύναμη για να συνεχίσεις να κάνεις αυτό που 'κανες την προηγουμένη εδώ και τόσον μα τόσον καιρό, που θα βρεις τη δύναμη για εκείνα τα ηλίθια διαβήματα, τα μύρια σχέδια που δεν καταλήγουν πουθενά, τις απόπειρες να γλιτώσεις απ' τη συνθλιπτική ανάγκη, απόπειρες που πάντα φαλιρίζουν, κι όλες τους για να πειστείς ακόμα μια φορά πως η μοίρα είναι αναπόδραστη, πως πρέπει να ξαναπέσεις στα ριζά του τοίχου, κάθε βράδυ, μες στην αγωνία εκείνου του αύριο, ολοένα πιο αβέβαιου, ολοένα πιο άθλιου.
Είναι ίσως και τα γηρατειά που 'ρχονται, προδοτικά, και σ' απειλούν με τα χειρότερα. Δεν έχεις πια πολλή μουσική εντός σου για να κάνεις τη ζωή να χορέψει, αυτό είναι. Όλη η νιότη πήγε κιόλας να πεθάνει στην άκρη του κόσμου μες στη σιωπή της αλήθειας. Και πού να πας έξω, σας ρωτάω, όταν δεν έχεις πια εντός σου την αναγκαία δόση παραφροσύνης; Ένα χαροπάλεμα είναι η αλήθεια, που τελειωμό δεν έχει. Η αλήθεια τούτου του κόσμου είναι ο θάνατος. Πρέπει να διαλέξεις, ή το τέρμα, ή το ψέμα. Εγώ δεν μπόρεσα ποτέ να σκοτωθώ.
Καλύτερα λοιπόν να βγω στο δρόμο, αυτή τη μικρή αυτοκτονία.
σελ. 241-242


6.11.08

Το Δολάριο

Ήταν σαν θλιβερή πληγή ο δρόμος, ατέλειωτος, μ' εμάς στο βάθος του, εμάς τους άλλους, απ' τη μια πλευρά στην άλλη, απ' τον έναν καημό στον άλλο, προς την άκρη που δεν βλέπεις ποτέ, την άκρη όλων των δρόμων του κόσμου. (...)
'Ηταν ακριβή συνοικία, μου εξήγησαν αργότερα, η συνοικία του χρυσού: το Μανχάτταν. Μπαίνεις μόνο πεζή, όπως στην εκκλησία. Είναι η ωραία τραπεζική καρδιά του σημερινού κόσμου. Κι όμως, υπάρχουν μερικοί που περνώντας φτύνουν καταγής. Θέλει θράσος.
Είναι μια συνοικία τίγκα στο χρυσάφι, ένα αληθινό θαύμα, άσε που μπορείς να τ' ακούσεις το θαύμα μέσα απ' τις πόρτες, απ' τον ήχο των τσαλακωμένων δολαρίων, πανάλαφρο το Δολάριο, αληθινό Άγιο Πνεύμα, πολυτιμότερο από αίμα. (...)
Όταν οι πιστοί μπαίνουν στην Τράπεζά τους, μη θαρρείτε ότι μπορούν να σερβιριστούν μόνοι τους, όπως τους καπνίσει. Καθόλου. Μιλάνε στο Δολάριο ψιθυρίζοντάς του διάφορα μέσα από μια μικρή γρίλια, εξομολογούνται δηλαδή.
σελ. 233-234

2.11.08



Όλα ανώφελα. Όλα παιχνίδι, κοντολογίς.
σελ. 212


1.11.08

Τα δειλινά

Τα δειλινά σ' εκείνη την αφρικανική κόλαση αποδεικνύονταν σπουδαία. Δεν τα γλίτωνες με τίποτα. Τραγικά, κάθε φορά, σαν πελώριοι φόνοι του ήλιου. Μια τεράστια μπλόφα. Μόνο που παραήταν πολύς θαυμασμός για έναν μόνο άνθρωπο. Ο ουρανός παρήλαυνε επί μία ώρα, πιτσιλισμένος μέχρι τρέλας σ' όλο του το μήκος από πορφύρα, κι έπειτα το πράσινο έσκαγε σαν πυροτέχνημα ανάμεσα στα δέντρα κι ανέβαινε όλο τρεμάμενες γραμμές απ' το έδαφος ίσαμε τα πρώτα αστέρια. Έπειτα, το γκρίζο κυρίευε πάλι ολόκληρο τον ορίζοντα και μετά ξανά το κόκκινο, ένα κόκκινο κουρασμένο όμως, κι όχι για πολύ. Έτσι τέλειωνε. Όλα τα χρώματα πέφταν πάλι κουρελιασμένα, ξεχειλωμένα πάνω στη ζούγκλα, σαν ξεφτισμένα κοστούμια μετά την εκατοστή παράσταση. Κάθε μέρα, στις έξι ακριβώς, το ίδιο βιολί.
σελ. 205