22.7.07

Σταχτοπούτες

Παντελής Παντελόπουλος

Έκλεισαν τα μαγαζάκια το ένα μετά το άλλο, σφιχτομαντάλωσαν πόρτες και παράθυρα και όλοι όπου φύγει φύγει, ραντεβού τον Σεπτέμβρη λένε και ούτε που κοιτάζουν πίσω. Εμείς, που για κάποιους λόγους μείναμε εντός έδρας, βαρεθήκαμε τη ζωή μας ζαπάροντας στα στάσιμα νερά των καναλιών, σερφάροντας στα ακατοίκητα μπλογκς που έχουν πιάσει αράχνες και ευτυχώς που υπάρχουν και κάποιες εφημερίδες που απλώνονται σαν όαση σ' αυτό το άνυδρο τοπίο που αποκαλείται θερινή ραστώνη (γιάκ!) και στην οποία αποδίδονται όλα τα δεινά και οι ελλείψεις.

Κάπου εκεί εντόπισα και ένα
ενδιαφέρον άρθρο του Δημοσθένη Κούρτοβικ, όπου λίγο πολύ λέει σε αυτές τις εμπορικά επιτυχημένες συγγραφείς νέας κοπής, τις μιμήτριές καθώς και τις αναγνώστριές τους, ότι χαλαρώστε κυρίες μου δεν είναι αυτό λογοτεχνία, μην τρελαθούμε και πολύ το ευχαριστήθηκα! Λέει σε κάποιο σημείο: "Οσο για τον ανανεωτικό άνεμο και τις καινούργιες ανησυχίες, συγγνώμη, αλλά δεν μπόρεσα ώς τώρα να τις διακρίνω. ΄Ισως κρύβονται ντροπαλά πίσω από την αγωνία για το πώς θα τυλίξουμε έναν άνδρα, πώς θα τον κρατήσουμε, πώς θα χωρέσει το ποδαράκι μας στο γυάλινο γοβάκι του πρίγκιπα, μαζί μ΄ ένα σωρό ψυχαναλυτικούρες, που έχουν διαδεχτεί στη μόδα την αστρολογική εμβρίθεια της περασμένης δεκαετίας".

Αναφέρεται δε εν-δηκτικά και στον Πάολο Κοέλο, αυτή την απάτη που έχρισαν ως κορυφαία πένα όσες και όσοι είχαν να ανοίξουν βιβλίο από τότε που έψαχναν κάτι στον τηλεφωνικό κατάλογο.

Να συμπληρώσω κι εγώ με τη σειρά μου χωρίς να είμαι ούτε φιλόλογος ούτε βουλιμική βιβλιοφάγος, ότι εκτός από τις δύο συγγραφείς που αναφέρει ως αξιόλογες (δεν έτυχε να τις διαβάσω) ξεχωρίζει επίσης κατά τη γνώμη μου η Ζυράννα Ζατέλη, η Μαρία Μήτσορα, κάποιες φορές η Σώτη Τριανταφύλλου και βέβαια η Λιλή Ζωγράφου. Όσο όμως κι αν συμφωνώ μαζί του για την ευτέλεια της σύγχρονης ελληνικής γυναικείας γραφής και όσο κι αν σπάω το κεφάλι μου, πέρα από τις γνωστές χρυσές μετριότητες των τελευταίων 30 χρόνων σε ανδρική λογοτεχνική παραγωγή, στον μόνο που μπορώ να πω ότι βγάζω το καπέλο είναι ο Φαίδων Ταμβακάκης.

13.7.07

Kαρπούζι από τον τόπο σου…

Έχω την αίσθηση ότι τα πιο ζουμερά μας καλοκαίρια έχουν τη γεύση από τους χυμούς των παιδικών χρόνων.
Πάντα περίμενα το καλοκαίρι με λαχτάρα.
Ίσως γι' αυτό.
Ήθελα να ξαναγυρίσω σ' εκείνο τον α-χρονικό παράδεισο όπου τίποτα δεν ήταν απαραίτητο.
Υπήρχε ο αυτοσχεδιασμός.
Μια μόνιμη γεύση αλμύρας από ιδρώτα ή θάλασσα
Μεσημέρι κάτω από την κληματαριά και τα τζιτζίκια να ξεφαντώνουν.
Παγωτό χωνάκι ή πύραυλο -τον πιο μεγάλο- σοκολάτα.
Σταφύλια γλυκύτατα και τραγανά.


Ο παππούς πάντα πρόθυμος να μας κακομάθει και να μας ψευτομαλώσει "γλυκές ήταν οι ξυλιές ή ξινές;" "ξινές!", γέλια.
Οι θείες, οι θείοι, τα ξαδέρφια, ο ανταγωνισμός, οι διαγωνισμοί τραγουδιού, ομορφιάς, θάρρους, στριμωχνόμασταν όλοι στην κούνια και διηγούμασταν με στόμφο τα κατορθώματά μας.
Χρωματιστές λάμπες και πολύχρωμες κολοκύθες (τσούκοι) ολοκλήρωναν το θερινό υπαίθριο ντεκόρ. Κάποια τραγούδια συνθέτουν ανεξίτηλα το σάουντρακ εκείνης της εποχής: "Α-γοράζω παλιάαα" των Ολύμπιανς ή κάτι τέτοιο σε ντίσκο ρυθμό, το "Α κάζα ντι Ρένε" καθώς επίσης και όλος ο δίσκος των Pink Floyd "Τhe Wall" που είχα μάθει απ' έξω κι ανακωτά τα λόγια χωρίς να ξέρω καλά καλά αγγλικά και τέλος ένα άλλο, ίσως το πρώτο χιπ χοπ της εποχής που πήγαινε πολύ γρήγορα κάπως έτσι "ατισορενενό-νενό-νενό-νενόοο-δε μπρικιοστοπιτουδε μπέκιουγολ" (!).
Και βέβαια οι νυχτερινές σονάτες των γρύλων και των βατραχιών.


Οι εξερευνήσεις του πάνω δωματίου μας αντάμειβαν πάντα με θησαυρούς: άσχετες ξεθωριασμένες φωτογραφίες, και καλά κρυμμένα βιβλιαράκια Ζάκουλα και Horribile! ε ρε γλέντια, ιδίως με το δεύτερο που συνδύαζε δύο απαγορευμένα: σεξ και φρίκη! τα άλλα ξαδέρφια δε γνώριζαν τίποτα για αυτά, ήταν μικρότερα και αδαή (γιαυτό και πάντα κέρδιζα στο διαγωνισμό τραγουδιού με ρεπερτόριο το "Ένα πρωινό η Παναγιά μου" και "Σαν με κοιτάς").

Τα σεντόνια της γιαγιάς είχαν κάτι ψυχεδελικά-ποπ σχέδια και αυτό το εξοχικό όπως και το σπίτι τους στην πόλη μύριζε όχι ακριβώς όμορφα, αλλά ιδιαίτερα, ζεστά και ευχάριστα, σαν πράσινο σαπούνι, σαν...σόι, yo soy κτλ.
Αυτά ήταν.
Μετά διασκορπιστήκαμε, μεγαλώσαμε, μόνοι ή δυό δυό, τρεις τρεις περνάμε τα καλοκαίρια που οι απόγονοί μας θα νοσταλγούν και θα λένε αχ! πού είναι εκείνα τα τέλεια τετράγωνα καρπούζια με τη ροζ σάρκα και τις άσπρες ίνες που τρώγαμε πάνω απ' το λάπτοτ στην παραλία, εκείνη τη χρυσή εποχή της ευρυζωνικότητας...αυτά ήταν!

6.7.07

ΙωΒίος

Το χειρότερό μου είναι η λέξη «υπομονή» και η συνοδευτική φιλοσοφία της.
Αυτές τις μέρες –ένεκα της κατάστασης την οποία κάποιος σαδομαζό βάφτισε «ενδιαφέρουσα»- την έχω ακούσει πάνω από εκατό φορές και σε κάθε επανάληψη αντιλαμβάνομαι ότι γυαλίζει το μάτι μου.

Το αμέσως επόμενο χειρότερό μου είναι η φράση «τα καλύτερα έρχονται».
Αυτή η μελιστάλαχτη φτωχολογιά της ύπαρξης που ζει για να περιμένει και να υπομένει ΠΟΣΟ πολύ μου τη δίνει.
Τι εξαίσια ανταποδοτικό που είναι αυτό και πόσο έξυπνο! Δεν κάνεις τίποτα, απλώς περιμένεις. Οι άλλοι σε καταλαβαίνουν, σε κοιτούν με βλέμμα που αλληθωρίζει από συμπόνια και σου πετάνε τη μαγική λέξη: Υπομονή. Εσύ πρέπει να νεύσεις συγκαταβατικά και να αφεθείς στην πλημμυρίδα της ηρωικής ηττοπάθειας για να οδηγηθείς στα πέρατα της αφασίας.

Έτσι το βλέπω και δεν ισχύει μόνο στο μικρόκοσμό μου, αλλά σε πολύ ευρύτερη κλίμακα. Χάνουμε τον καιρό μας ελπίζοντας σ’ ένα καλύτερο αύριο, σε μια καλύτερη κυβέρνηση, σε μια καλύτερη δουλειά, σ’ ένα καλύτερο επιτόκιο, σε καλύτερες σχέσεις, σ’ ένα καλύτερο περιβάλλον, σ’ ένα καλύτερο αυτοκίνητο και στο μεταξύ θεωρούμε ότι είμαστε και πολύ cool αφού έχουμε τόση υπομονή γνωρίζοντας ότι «τα καλύτερα δεν έχουν έρθει ακόμα».

Σε ορισμένες περιπτώσεις βέβαια δεν μπορείς να κάνεις και τίποτα άλλο, αλλά τότε ακριβώς είναι που γίνεται εντελώς περιττή αυτή η προτροπή των υπομονετιστών.
Όχι ρε! δεν κάνω υπομονή, το τώρα είναι το μόνο που γνωρίζω και το χθες είναι το μόνο που έχω. Το αύριο δεν υπάρχει ακόμα και δε γουστάρω να επενδύσω στο τίποτα. Δεν θέλω να ελπίζω, θέλω να γνωρίζω και μαζί με όλα τα άλλα και εμένα ν’ αγαπώ.

1.7.07

Deep in the woods

Irving Penn Κρανίο λιονταριού



Deep in the woods
Deep in the woods yeah

Deep in the woods a funeral is swinging


Τόση οικολογική ευαισθησία δεν θα την αντέξω. Ποιός θα το φανταζόταν ότι είναι τελικά τόσοι πολλοί αυτοί που ΔΕΝ έχουν πετάξει αναμμένο τσιγάρο έξω από το αυτοκίνητο, που ΔΕΝ έχουν χτίσει παράνομα και που ΔΕΝ έχουν δοκιμάσει ελαφάκι αλά στιφάδ σε κάποια γκουρμέ εξόρμηση. ΟΛΟΙ αυτοί θρηνούν και αναθεματίζουν τους ΑΛΛΟΥΣ που δεν έπραξαν τα δέοντα.
Η υπευθυνότητα είναι ακόμα άγνωστη λέξη, την ίδια στιγμή που μια στρουθοκάμηλος μοιάζει να έχει μεγαλύτερη αυτογνωσία από ότι εμείς. ΕΜΕΙΣ και όχι οι ΑΛΛΟΙ.
Κόλαση είναι οι άλλοι, όχι εμείς που θα φυτέψουμε και κοτζάμ δέντρο!