26.6.07

Bored to be wild




Δεν κατάλαβα πότε άφησα την παρατεταμένη άγρια εφηβεία κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Θα έπρεπε να’ χα προσέξει τα σημάδια της αδιαθεσίας των 30+. Άρχισα να απολαμβάνω τα πρωινά και να μην ξυπνάω μεσημέρι όταν δε δούλευα, έπαψα να βρίζω τη ζωή και αυτομάτως άρχισα να ΦΟΒΑΜΑΙ. Απέκτησα ενδιαφέρον για την υγιεινή διατροφή, τη μαγειρική και το natural high. Δεν ξαναβγήκα ποτέ μόνη. Έβαλα στο λεξιλόγιό μου τις λέξεις στόχος, αυτοαποδοχή κτλ. Δεν το παράκανα πλέον με τους Radiohead. Σταμάτησα να μισώ τους γονείς μου και ξέχασα όλους τους λόγους για τους οποίους τους μισούσα. Δεν είμαι πια και πολύ άνετη με το αεροπλάνο (αν και ακόμα δεν έφτασα στο σημείο να σταυροκοπιέμαι). Πριν από τρία χρόνια που γεννήθηκε ο ανιψιός μου, σταμάτησα να αντιμετωπίζω με δολοφονικές διαθέσεις τα πιτσιρίκια και να τα κλοτσάω κρυφά όταν έφταναν στο απόγειο της σπαστικής συμπεριφοράς (ή και λίγο πριν).

Έβαλα στη ζωή μου τη λέξη μέλλον. Ξερίζωσα τις πρώτες άσπρες τρίχες και παρατήρησα με χαιρέκακο μάτι τις συνομήλικές μου. Άρχισα να ανακαλύπτω έκθαμβη τα διαμάντια της ελληνικής λογοτεχνίας, όπως τον Καραγάτση, τον Ροϊδη, τον Βυζηινό, τον Τσίρκα και τον Ρίτσο. Ομοίως τους ζωγράφους του 19ου αιώνα.

Μεγάλωσα, έφαγα φρίκες και φλας και πακέτα και να ‘μαι τώρα στο κρεβάτι σε πλήρη κατάκλιση, προσεχώς μανούλα, χωρίς να μπορώ να αποφύγω όλες αυτές τις εκπομπές της απύθμενης ηλιθιότητας, φοβούμενη ως εκ τούτου ότι μπορεί να βγει το παιδί ζαβό ή -ακόμα χειρότερα- ξανθό και θα θέλει να «σπουδάσει δημοσιογραφία».

Μαθαίνω για τις συναυλίες και ζηλεύω τρελά, λαχταράω τη θάλασσα και τον ξέφρενο χορό, θαυμάζω τους 20+ μπλόγκερς που τα χώνουν και τα σπάνε, που δε μασάνε με τίποτα, δεν ξέρω αν λάμπει έτσι κάθε νέα γενιά, (είμαι και πρωτάρα στο πουροβασίλειο) αλλά αυτοί είναι Υπέροχοι και θα φτύσουν στους τάφους σας βρωμοζόμπι των εξουσιών, του κιτσαριού και της ανοησίας.
Χα!

20.6.07

Για ‘ροίκα..


Μπρε συ…γροίκα δα ήντα θέλω να σου πω και μην πολυμιλείς. Επαέ χάμου που ζούμε, είναι ο καλύτερος τόπος του κόσμου όλου και όποιος δεν το παραδέχεται δεν κατέχει ήντα του γίνεται και να πα να χωστεί.
Εμείς μωρέ τον αγαπούμε τον τόπο μας και τόνε προστατεύουμε από τση αλλαγές και τση γυναικουλίστικους τρόπους που θένε να μας επιβάλλουνε από τη χώρα, τούτοινε απού δεν έχουνε βοσκήσει ποτές τους μηδέ ένα ρίφι για να κατέχουν ήντα βάρος έχει η βοσκική κι απόκιας ξανοίγουνε πώς θα μας εκάμουνε λιμοκοντόρους.


Είμαστε λεβέντες μαθές και δεν κωλώνουμε με τα όπλα, τα πλια καινούργια έχομε, πάντα μαζί μας όντε καβαλούμε το 4Χ4 με τα φιμέ τα τζάμια για να μη μας εθωρούν οι απόξω και μας εματιάξουν. Ανέ κάνει κιανείς πως μας επροσπερνά, όφου τον κακορίζικο κι ήντα παθε.
Στο χωριό μας δεν έχουμε εμείς πράμα πρόβλημα με το πάρκι. Το μπαντοριάρουμε το όχημα όντε θέλουμε, όπου θέλουμε και με διπλοπαρκάρισμα και τριπλοπαρκάρισμα, δεν υπάρχει μπρε κιαμιά παρεξήγηση με τση χωριανούς, μας εκατέχουν ούλοι.

Αγαπούμε τη ρακή και όποια ώρα και να την πιούμε δεν μας εγνοιάζει, την έχουμε συνηθίσει και δε μεθούμε μπλιο. Ανέ προσπαθήσει κιανείς να μας εσταματήσει για αλκοτέστ, δε σταματούμε και ανέ ντου βαστά ας μας ζυγώσει, γη να μας σιμώσει θέλει; Έχομε μπάρε μου υψηλές γνωριμίες και καλούς συντέκνους.

Ετσά ατρόμητα τα θέλομε και τα κοπέλια μας και τόσε δίνουμε το 4Χ4 για βολταράκια με τους συμμαθητές τονε από το Δημοτικό. Ανέ πιούνε και κιαμιά δεν πειράζει, ετσά λογιώς θα γενούνε σκληρά αντράκια. Εξάλλου, από μωρά ακόμα τα ξαπλώνουνε οι κεράδες μας απάνου στο τιμόνι όντε οδηγούνε για να τα προσέχουνε καλύτερα αλλά και για να μαθαίνουνε από μικιά νάχουνε το νου τους όντε δούνε γυναίκα να οδηγά. Ε τση παντέρμες, τόσα μαθήματα τόσε κάμαμε κι αυτές πράαμα. Όλο ξεχνούνε πως μόνο τα αγροτικά έχουνε παντού προτεραιότητα. Οι διαόλοι στην κοιλιά τους.

Εδά που ΄πα κοιλιά, φρουκώ τηνε και γουργουρίζει και δεν τη νταγιαντίζω. Να πάω θέλει στην παραλία στην ψαροταβέρνα του Γιώργη να φάω ένα κουνέλι στην καθησά μου, απού ‘ναι και η σπεσιαλιτέ του. Το ψάρι δεν το πολυπροτιμούμε, αλαμπλίρι πότε θα φάμε κιανά ψαρονέφρι στη χάση και στη φέξη για ορεκτικό.
Ελάστε παέ να φάμε και να ροζονάρουμε και να ξετελέψουμε τη ρακή!

Και για του λόγου το αληθές
γροίκα και το χιτάτσι

Βάλε μωρέ βενζίνα!
(
ανάθεμά σας αλητρούητοι)

19.6.07

Ντουέντε


Ξεμπέρδεψα με την «Πάουλα» εντάξει δεν ήταν και τόσο τρομερό τελικά, πιο πολύ μ’ άρεσε ως δημοσιογραφικό κείμενο για τα θεοσκότεινα χρόνια της δικτατορίας που περιέγραφε και ως αυτοβιογραφικό μέχρι ενός σημείου γιατί εν τέλει δεν μπόρεσα να δεχτώ τις ριπές ματαιοδοξίας σε ένα τόσο οδυνηρό προσωπικό θέμα, αλλά όχι ως λογοτεχνικό πετράδι. Δεν είμαι ειδική φυσικά, αλλά πιστεύω πως διαθέτω ένα δυνατό αισθητικό και διαισθητικό κριτήριο που μου επιτρέπει να διακρίνω τα έργα τέχνης, αν πάλλεται μέσα τους αυτό που είχε έξοχα περιγράψει σε μία διάλεξή του την άνοιξη του 1930 Φ. Γ. Λόρκα ως ΝΤΟΥΕΝΤΕ.

«Για να βρούμε το ντουέντε δεν υπάρχει τίποτα να μας βοηθήσει. Ούτε χάρτης ούτε «σωστοί τρόποι. Το μόνο που ξέρουμε είναι πως καίει το αίμα σαν κοπανιστό γυαλί, πως εξαντλεί, πως σβήνει τη γλυκιά γεωμετρία που μάθαμε πως κλωτσάει όλα τα στιλ, πως κάνει τον Γκόγια ζωγράφο του γκρίζου, του ασημένιου κι εκείνου του ροζ στην καλύτερη αγγλική παράδοση, να ζωγραφίζει με τις γροθιές και τα γόνατα τρομερά μαύρα κατράμια.


(…) Ο ερχομός του ντουέντε προϋποθέτει πάντοτε μια ριζική αλλαγή όλων των μορφών που στηρίζονται σε παλιές βάσεις. Φέρνει μαζί του ένα συναίσθημα φρεσκάδας εντελώς πρωτόγνωρο έτσι όπως μοιάζει με καινούριο τριαντάφυλλο, με θαύμα, γεννώντας στο τέλος ένα σχεδόν θρησκευτικό ενθουσιασμό.

Πού είναι το ντουέντε; Μέσα απ΄ την άδεια αψίδα υψώνεται ένας άνεμος του νου, που πνέει ακατάπαυστα πάνω από τα κεφάλια των νεκρών σε μιαν ατέλειωτη αναζήτηση για καινούρια τοπία και ανυποψίαστους τόνους. Ένας άνεμος που μυρίζει σάλιο παιδιού, φρεσκοκομμένο χορτάρι και πέπλο μέδουσας, αναγγέλοντας το αιώνιο βάπτισμα των νιογέννητων πραγμάτων».

17.6.07

Όνειρα



"Ω, που έζησα μια ζωή συγκεχυμένη, ακαθόριστη σαν ένα όνειρο που το ξεχνάς το πρωί και μετά το ξαναθυμάσαι, μέχρι που δεν ξέρεις αν ήταν όνειρο ή το ίδιο το πεπρωμένο. Και είδα τ’ ανοιχτά παράθυρα σα μεγάλα βιβλία της ερημιάς
όπου διάβασα το ποτέ και το τίποτα. Κι έπρεπε εγώ απ’ αυτό το ποτέ και το τίποτα
να φτιάξω μια ποίηση για πάντα".


Τ. Λειβαδίτης «Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα»-1987

11.6.07

Νύχτες μαγικές




Ακόμα στο κρεβάτι και όταν δεν κοιμάμαι, θυμάμαι. Θυμήθηκα λοιπόν ακούγοντας όμορφα ρεμπέτικα στο ραδιόφωνο την εποχή της μποέμικης ζωής. Τότε που πηγαίναμε στα ρεμπετάδικα –όχι σ’ αυτά τα πανηγυριώτικα φοιτητοστέκια όπου οι γκομενίτσες ανεβαίνουν στα τραπέζια για να χορέψουν ζεϊμπεκιές- αλλά στα ακριβά (με κάθε έννοια της λέξης) μαγαζιά όπως η Στοά των Αθανάτων που από την κρεαταγορά έμπαινες στο ασανσέρ για να μεταφερθείς σ’ ένα μαγικό σκηνικό, με μια μεγάλη κομπανία κάτω από πολύχρωμα φώτα που σε ταξίδευε στο χρόνο.

Θυμάμαι τον Κούλη τον Σκαρπέλη ογδοντάρη με την κουστουμιά του, πάντα κύριος και μάγκας με τα όλα του, αριστοκρατικός. Το Δημήτρη Τσαουσάκη αργότερα, άξιο συνεχιστή του Πρόδρομου να μου λέει «εγώ βγήκα με τον πατέρα μου κι έπαιξα μπουζουκάκι» και το Γιώργο Ξηντάρη γνήσιο ρεμπέτη νέας κοπής. Μας εξημέρωναν πάντα. Βλέπαμε να χαράζει από τους φεγγίτες αλλά δεν μας έκανε καρδιά να φύγουμε.

Εκείνες τις βραδιές ήτανε όλα ωραία και η «ζωή χρυσή», τα αισθήματα είχαν αρχοντιά, οι ματιές ήταν όλο νόημα και συνομωσία, οι χοροί δραματικοί. Καπνίζαμε και πίναμε και λιώναμε με τους μπαγλαμάδες και τα βιολιά, έτοιμοι και αποφασισμένοι να το κάψουμε να τα κάψουμε όλα, τα παλιά, την ίδια μας της ύπαρξη, σημασία είχε μόνον εκείνο το βράδι. Βλέπαμε το μαύρο να γίνεται σκούρο μπλε-μαβί-γαλάζιο στους φεγγίτες, ακούγαμε το «ξημέρωσε, ξημέρωσε δεν έχω τι να πράξω» και ταυτιζόμασταν τρελά, ένα μαχαίρι μας έσκιζε τα σωθικά. Ρουφάγαμε μετά από κάτω ζουμιά και μακαρονάδες και βγαίναμε στην Αθηνάς, σκοντάφτοντας πάνω στον κοσμάκη που έτρεχε για τις δουλειές του κι εμείς με κόκκινα μάτια πασχίζαμε να θυμηθούμε πού ανήκουμε, διερωτώμενοι γιατί μας έφτυσε αυτό το ασανσέρ-χρονομηχανή σ’ αυτή την εποχή σ’ αυτό τον αβίωτο βίο, σ’ αυτή τη βρώμικη μέρα και πηγαίναμε για ύπνο λυπημένοι που τέλειωσε το παραμύθι.

Δεν είναι και τόσο μακρινά όλα αυτά, αλλά τώρα είναι πολύ διαφορετικά. Την τελευταία φορά που πήγα είδα μια μπουζουκοκατάσταση με κυρίες και κυρίους ΒΠ της γκλαμουριάς και της φλαμουριάς. Μεγάλο κεφάλαιο το ρεμπέτικο. Και είναι στο αίμα μας άσχετα που οι περισσότεροι δεν το υποψιάζονται, αν το έπαιρναν χαμπάρι θα έκαναν με πολύ περισσότερο σεβασμό τις επιλογές τους.

6.6.07

Προς μελοποίηση


WELCOME TO REALITY!

Αν η ζωή σου μοιάζει άλυτη
Έλα κι εσύ σ’ ένα ριάλιτι
Έλα στον κόσμο των προβολέων
Της κάμερας των εισβολέων

Αν κι εσύ θέλεις να πετύχεις
Να ξέρεις δεν είναι θέμα τύχης
Γίνε το θέμα της ημέρας
Λάμψε σαν διάττοντας αστέρας

Βγες στο παράθυρο να δω
Έναν ωραίο σπαραγμό
κι αν συγκινήσεις το κοινό
Σου εξαγοράζω το κενό!
Έλα κι εσύ κι όλοι μαζί
Δόξα κερνάει το μαγαζί
Κι αν θέλεις να ξεγυμνωθείς
Κάντο! Χοντρά θα αμειφθείς

Αν η ψυχή σου είναι παράλυτη
Έλα κι εσύ σ’ ένα ριάλιτι
Πάψε να γλείφεις τις πληγές σου
Έλα, χαλάρωσε και εκθέσου

Βγες στο παράθυρο να δω
Έναν ωραίο σπαραγμό
κι αν συγκινήσεις το κοινό
Σου εξαγοράζω το κενό!
Έλα κι εσύ κι όλοι μαζί
Δόξα κερνάει το μαγαζί
Κι αν θέλεις να ξεγυμνωθείς
Κάντο! Χοντρά θα αμειφθείς

Αν έχεις κόμπο στο λαιμό
Και δε σου βγαίνει σε λυγμό
Θα σου τον βγάλουμε εμείς
Πές μου, δεν θες να λυτρωθείς;
Θα σου τον βγάλουμε εμείς
αν πληγωθείς, θα πληρωθείς

το είχα γράψει παλιά, αλλά παραμένει φριχτά επίκαιρο

5.6.07

Παραλήρημα

Στο κρεβάτι λοιπόν με «επαπειλούμενη εγκυμοσύνη», μην σηκώνεσαι, μην κάθεσαι, μην περπατάς, μη λούζεσαι, μην αναπνέεις απότομα, μην παραπονιέσαι. Όλα δίπλα, τα φτάνω με μία κίνηση –μην τεντώνεσαι- μουσική, βιβλία, λιχουδιές, περιοδικά, τηλεκοντρόλ, τηλέφωνα, αρχαίο λάπτοπ, χάπια, τσίχλες, ηλιόσποροι, ρουμ σέρβις 5 αστέρων από τον Σ.

Απολαμβάνω κάθε λέξη στην «Πάουλα» της Ιζαμπέλ Αλιέντε που την είχα παρεξηγήσει λίγο είναι η αλήθεια με το «Σπίτι των πνευμάτων» κρίνοντας το ως μαγικό ρεαλισμό γιαλαντζί (συγκρίνοντας το στριμμένα με τον Μάρκες), αλλά αυτό το βιβλίο που γράφτηκε σε οδυνηρές συνθήκες, έχει ένα τραγικά δυνατό θέμα χωρίς να είναι μελό είναι αληθινό, η αλήθεια είναι η υπέρτατη τέχνη; η γυναίκα κάνει κέντημα στην ψυχή της, την διαπερνάει με απλότητα, συνθέτοντας όμως ένα πλουμιστό έργο χωρίς τίποτε το περιττό, χορογραφεί κάθε κεφάλαιο, μετουσιώνοντας τον πόνο της σε έκσταση της έκφρασης, σε τρυφερή μνήμη, αλαφροϊσκιωτη, βλέπει και νιώθει τα πάντα, και όσο βαραίνει σα μολύβι, τόσο ανυψώνεται, γίνεται διάφανη σαν την ατμόσφαιρα της Λα Πας, τόσο αραιή «ώστε φαίνονται οι άγγελοι το ξημέρωμα».

Επιτέλους, τι πίνουν αυτοί οι Λατινοαμερικάνοι; Τους λατρεύω. Τις μουσικές, τους χορούς, τα χρώματα στην αρχιτεκτονική τους, τη γλώσσα τους, τα κορμιά, την χαρούμενη ύπαρξή τους, τη λογοτεχνία τους, τη ζωγραφική (ο Ντιέγο Ριβέρα είναι συγκλονιστικός) ο Τσε, η σχεδία του με το όνομα Mambo Tango, το όνειρο της επανάστασης, το δόσιμο, η ομορφιά, η ποίηση και το πάθος, τα γεροντάκια που τραγουδούν και παίζουν γλυκιά μουσική μέχρι να πεθάνουν, vida o muerte!

Στο κρεβάτι λοιπόν περιμένοντας από τον πελαργό να ξεκαθαρίσει τη θέση του, άντε γιατί θέλω να χορέψω σαν στρογγυλή φιγούρα του Botero και να κυλήσω σαν μπαλόνι στη θαλασσίτσα, να γεμίσω ήλιο και ζέστη και να τρώω παγωτά παρφέ σοκολάτα χωρίς ενοχές, να μιλάω στην κοιλιά μου και να τη χαϊδεύω νιώθοντας φτερουγίσματα και κλοτσιές και να είναι ο χειμώνας που θα έρθει ο ελαφρύτερος της ζωής μου.