27.5.07

Τέλεια


Tώρα που μπαίνει λέει το καλοκαιράκι, έχουν αυξηθεί κατακόρυφα οι πλαστικές εγχειρήσεις στη χώρα των νεόπτωχων (sic) τη γλυκιά μας Ελλάδα. Ότι δε σ’ αρέσει, άλλαξε το! Όλα είναι στο χέρι σου. Εμπρός λοιπόν καλό μου νυστέρι.

Ακόμα κι αν κάποτε σου άρεσε το συνολάκι, τώρα υπάρχει και ο ανταγωνισμός. Σκληρός ανταγωνισμός. Αλλάζει τα πρότυπα, τα δεδομένα, δημιουργεί ρωγμές αυτοπεποίθησης. Όλοι αυτοί στην τηλεόραση, στα περιοδικά, στις πίστες, δείχνουν τόσο τέλειοι. Τίποτα λιγότερο από την τελειότητα, γιατί σου αξίζει.

Εδώ φοβόμαστε να κάνουμε εγχείρηση αφαίρεσης αμυγδαλών, αλλά αυτό δεν μετράει γιατί οι αμυγδαλές δεν φαίνονται! Ενώ το λίπος, την κυτταρίτιδα, τη χαλάρωση που σου υπονομεύουν την εικόνα, την ίδια σου την ύπαρξη, θα τα πολεμήσεις με τα κατάλληλα χειρουργικά εργαλεία.

Άντρες και γυναίκες έχουν λαλήσει από την επιδημία τελειότητας. Οι men δεν καταδέχονται ούτε να κοιτάξουν όσες δεν θυμίζουν μοντέλο, τις θεωρούν μπάζα. Είναι χορτάτοι από τις αψεγάδιαστες εικόνες και θεωρούν ότι αυτό τους δίνει κάθε δικαίωμα να απορρίπτουν ό, τι δεν πλησιάζει το πρότυπο. Φυσικά δεν πλησιάζουν ούτε τις «θεές» γιατί πιστεύουν ότι είναι καλύτερα να παραμείνουν στη σφαίρα του ανέγγιχτου, από το να μοιράζουν πίτες.

Οι δε γυναίκες, έχοντας κοπιάσει τόσο πολύ για την εικόνα που περιφέρουν, θεωρούν ότι οι άντρες είναι «λίγοι», ή ότι δεν υπάρχουν πια και γενικά έχουν μία διάθεση απαξίωσης, που τελικά σε κάνει να αναρωτιέσαι τι διάολο ετοιμάζονται και γυμνάζονται και βασανίζονται με τις ώρες μόνο και μόνο για να αρέσουν και να προκαλούν ζήλεια στις άλλες γυναίκες;

Στο μεταξύ οι άντρες συνεχίζουν να αξιολογούν αυστηρά και αδέκαστα, εντάξει θα κάνουν και τα στραβά μάτια για μία μπαλκονάτη, αλλά μέχρι εκεί.

Αμφότεροι κοιμούνται μόνοι και ονειρεύονται γυναίκες με ιδανικές αναλογίες.

24.5.07

Ιερά Οδός


Από τη νέα πληγή που μ΄ άνοιξεν η μοίρα
Έμπαιν΄ ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μου,
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι π΄ ολοένα
βουλιάζει.
Γιατί εκείνο πια το δείλι,
σαν άρρωστος καιρό, που πρωτοβγαίνει
ν΄ αρμέξει ζωή απ΄ τον έξω κόσμον, ήμουν
περπατητής μοναχικός στο δρόμο
που ξεκινά από την Αθήνα κ΄ έχει
σημάδι του ιερό την Ελευσίνα.
Τι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα
σαν δρόμος της ψυχής.
Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός κυλούσε εδώθε
αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια
γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι΄ άλλα
αμάξια γοργά, που προσπερνούσαν
με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους.

Μα παραπέρα σα να χάθη ο κόσμος
κ΄ έμεινε η φύση μόνη, ώρα κι΄ ώρα
μιάν ησυχία βασίλεψε. Κ΄ η πέτρα
π΄ αντίκρισα σε μια άκρη ριζωμένη,
θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ήταν
απ΄ τους αιώνες. Κ΄ έπλεξα τα χέρια,
σαν κάθησα, στα γόνατα, ξεχνώντας
αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα
αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο.

Μα να, στην ησυχία αυτή, απ΄ το γύρο
τον κοντινό προβάλανε τρεις ίσκιοι.
Ένας Ατσίγγανος αγνάντια ερχόνταν
και πίσωθέ του ακλούθααν, μ΄ αλυσίδες
συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.

Και να, ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
και μ΄ είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσω
να τον κυττάξω, τράβηξε απ΄ τον ώμο
το ντέφι, και χτυπώντας το με τόνα
χέρι, με τ΄ άλλον έσυρε με βία
τις αλυσίδες. Κ΄ οι δυο αρκούδες τότε
στα δυο τους σκώθηκαν βαριά.

Η μία,
(ήτανε η μάνα φανερά), η μεγάλη,
με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο
το μέτωπο γαλάζιες, κι΄ από πάνω
μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη
ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο νάταν
ξόανο Μεγάλης Θεάς, της αιώνιας Μάνας,
αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη,
με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη,
για τον καημό της κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιού της
πιο πέρα ήταν Αλκμήνη, ή Παναγία
και το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,
σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο
μικρό παιδί, ανασκώθηκε και κείνο,
υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα
του πόνου του το μάκρος και την πίκρα
της σκλαβιάς που καθρέφτιζεν η μάνα
στα δυό πυρρά της που το κύττααν μάτια!

Αλλ΄ ως από τον κάματον εκείνη
οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ΄ ένα
πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας
στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο
ακόμα απ΄ το χαλκά που λίγες μέρες
φαινόνταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια
την έκανε μουγκρίζοντας με πόνο
να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της
γυρνώντας το κεφάλι και να ορχιέται
ζωηρά.

Και γω, ως εκύτταζα, τραβούσα
έξω απ΄ το χρόνο, μακριά απ΄ το χρόνο,
ελεύτερος από μορφές κλεισμένες
στον καιρό, από αγάλματα κ΄ εικόνες,
ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο.

Μα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία
του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,
δεν έβλεπα άλλο απ΄ την τρανήν αρκούδα
με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του πόνου του πανάρχαιου, όπ΄ ακόμα
δεν του πληρώθη απ΄ τους θνητούς αιώνες
ο φόρος της ψυχής.

Τι ετούτη ακόμα
Ήταν κ΄ είναι στον Άδη.

Και σκυμμένο
Το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,
καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος
κ΄ εγώ του κόσμου, μια δραχμή.

Μα ως τέλος
Ο Ατσίγγανος ξεμάκρυνε τραβώντας
ξανά τις δυο αργοβάδιστες αρκούδες
και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά μου
με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι
το δρόμον όπου τέλειωνε στα ρείπια
του Ιερού της ψυχής, στην Ελευσίνα.
Κ΄ η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογγούσε:
Θάρτει τάχα ποτέ, θα νάρτει η ώρα,
που η ψυχή της αρκούδας και του Γύφτου
κ΄ η ψυχή μου που μυημένη τηνέ κράζω
θα γιορτάσουν μαζί;»

Κι ως προχωρούσα
κ΄ εβράδιαζε, ξανάνιωσα απ΄ την ίδια
πληγή, που η μοίρα μ΄ άνοιξε, το σκότος
να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου,
καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει. Κι΄ όμως τέτοια ως να διψούσε
πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη
ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια,
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο, κ΄ έμοιαζ΄ έλεε:
«Θάρτει».
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ 1935

22.5.07

Φρούτα εποχής


Σηκώθηκα. Έφτιαξα καφέ ζεστό με πολύ γάλα. Τσίχλα νικοτίνης. Βγάζω καπνούς απ’ τα αυτιά. Ο σύζυγος ξέχασε τσιγάρα και αναπτήρα πάνω στο πλυντήριο. Θέλω να τα μασήσω. Χαζολογάω στα μπλογκς. Διαβάζω λίγο Ξυδάκη, λίγο Όλντ Μπόι. Προσπαθώ να κατανοήσω διάφορα τεχνικά κόλπα, αδύνατον. Βγαίνω, πλένω τα πιάτα, 2ος καφές, ξαναμπαίνω.

Το καλό με αυτήν την ιστορία της «μπλογκόσφαιρας» είναι ότι συναντάς –μεταξύ άλλων- σκεπτόμενους ανθρώπους, που σε άλλη περίπτωση δεν θα είχες την ευκαιρία να συζητήσεις ή έστω να επικοινωνήσεις νοερά μαζί τους, δεν θα ήξερες καν ότι υπάρχουν, δεν θα το πίστευες. Ούτε καν θα το ήλπιζες. Το κακό είναι ότι σε καθίζει περισσότερη ώρα μπροστά στον υπολογιστή.

Σε λίγο καιρό θα έχει δημιουργηθεί και ο ανάλογος σωματότυπος. Επίπεδα οπίσθια σε σχήμα καρέκλας γραφείου. Χέρια απλωμένα μπροστά με κυρτωμένα δάχτυλα. Βλέμμα που πηγαινοέρχεται οριζοντίως και διαγωνίως.

Τι να κάνουμε, μας έτυχε κι αυτό. Να ζήσουμε την ανθοφορία του πνεύματος και τα καλλιστεία της σκέψης μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Κάτι είναι κι αυτό. Κάθε εποχή με τα φρούτα της. Οι γονείς μας κολλημένοι με την τηλεόραση κι εμείς με το pc και το διαδίκτυο. Τουλάχιστον εμείς έχουμε δυνατότητα έκφρασης, κριτικής, επικοινωνίας, ανταλλαγής ιδεών. Απ’ αυτή την άποψη «είναι καλύτερα» που λέει και ο διαφημιστής. Κι ας καθόμαστε περισσότερο και ας βγαίνουμε λιγότερο. Όταν θα σηκωθούμε θα έχουμε ήδη ανέβει πιο ψηλά.

21.5.07

Μπανάλ

Και ενώ αναρωτιόμουν τί δώρο μπορείς να κάνεις σε ένα παιδί που τα έχει όλα, θυμάμαι ξαφνικά τις σαπουνόφουσκες και τί μαγική ατμόσφαιρα μπορούν να δημιουργήσουν στα μάτια ενός παιδιού. Ένα παιχνίδι που ταυτόχρονα υπάρχει και δεν υπάρχει, όπως η φαντασία.

Αναζητώ στο γνωστό πολυκατάστημα-παράδεισο της επιθυμίας το ευτελές αυτό αντικείμενο, που το θυμάμαι ως την πιο απλή κατασκευή στον κόσμο και γκλουπ, βρίσκομαι μπροστά σε ένα ολόκληρο τμήμα όπου το έχει σε μορφή όπλου, απλού τριπλού, πολλαπλού, πολυβόλου, μυδραλιοβόλου, διαστημικού, σε μία ανεξάντλητη ποικιλία σχεδίων και χρωμάτων, στην ίδια πάντα πολεμοχαρή ιδέα, όλων με λειτουργία μπαταρίας!

Μάλιστα αγαπητέ απαιτητικέ αγοραστή, το παιδί πλέον δε χρειάζεται να φυσάει, με ένα απλό πάτημα της σκανδάλης εκτοξεύει στον αντίπαλο δεκάδες σαπουνόφουσκες, χωρίς κόπο.

Μετά απ’ αυτό, ούτε που θα διανοηθώ να πάω στο τμήμα της σφεντόνας, ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.


20.5.07

ΑΛ ΓΙΑΗΝΤΑ

[audio http://www.musicwebtown.com/mambotango/playlists/58079/450994.mp3]

φοβερό γκρουπάκι, τα συγχαρητήριά μου!
Το τραγούδι λέγεται "
εξετέλεψε η ρακή"

18.5.07

Με τίποτα


Μέρα βροχερή ξημέρωσε, μέρα για τζαζ και ζεστούς καφέδες. Το κάδρο έξω από το παράθυρό μου είναι φθινοπωρινό, τα φύλλα των δέντρων γυαλίζουν, ο ουρανός λεκιασμένος, η ατμόσφαιρα καθαρή, μυρίζει το χώμα, η γάτα τσαλαβουτάει στα νερά για να έρθει να φάει, ακούω το αγγελικό "Τhis love" του Craig Armstrong όλα δείχνουν όμορφα και ήσυχα αλλά εγώ βαριέμαι του θανατά. Δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα.

Κάποτε ζούσα στην Αθήνα, Αγ. Ελευθέριο, Κυψέλη, Ν. Κόσμο, Ιλίσια, Παγκράτι, άλλαζα σπίτι σχεδόν κάθε χρόνο, έλυσα το πρόβλημα της μετακίνησης κατορθώνοντας να βρω δουλειά ακριβώς δίπλα (!) από το σπίτι μου, χωρίς όμως να καταφέρω να μην αργώ στη δουλειά, χωρίς να μπορώ να καταργήσω όλες τις άλλες υποχρεωτικές μετακινήσεις που είναι το χειρότερο βασανιστήριο και κλέψιμο χρόνου και ψυχικής ηρεμίας κάθε κατοίκου μεγαλούπολης. Ο μύθος ότι στην Αθήνα έχεις επιλογές καταρρίφθηκε πολύ γρήγορα. Κινηματογράφοι, θέατρα, μουσεία, συναυλίες, πάρτι, τρέντι στέκια, events, είναι πάντα πολύ μακριά ή πολύ ακριβά ή και τα δύο. Επίσης μου την έσπαγε η μαζικότητα που υπήρχε ακόμα και στα πιο εναλλακτικά δρώμενα. Παντού πολλοί και πάντα παντού..χμ..
Για να μην αναφέρω τις μαζικές εξόδους! τις λεγόμενες "αποδράσεις" όλων αυτών των χιλιάδων ταλαίπωρων που ως έγκλειστοι "δραπέτευαν" κοπαδικώς.

Το θεωρούσα τουλάχιστον προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας να πρέπει να υπομείνεις όλο αυτό για να πας στη θάλασσα ή στην εξοχή για να συναντήσεις ορδές εκδρομέων που είχαν την ίδια ιδέα: να στριμωχτούν δίπλα σου.

Κάθε φορά, ζύγιαζα τα αρνητικά του κάθε τόπου κατοικίας και προσπαθούσα να μην τα έχω στην επόμενη κ.ο.κ αλλά πάντα ξεφύτρωναν άλλα που υπερσκέλιζαν τα θετικά!

Μέχρι που κατάφερα να πάρω στο λαιμό μου και τον άντρα μου και ήρθαμε σ' ένα υπέροχο μέρος, από τα ομορφότερα φυσικά τοπία της Ελλάδας, με θάλασσα, βουνά, δέντρα λουλούδια, πουλιά, οι τουρίστες χαζεύουν με τις ώρες τη θέα σα να έχουν πάθει εγκεφαλικό, κλαίνε οι επισκέπτες όταν φεύγουν και φυσιολάτρεις από το Μπορντώ και την Τοσκάνη αγοράζουν σπίτια εδώ. Αποτέλεσμα: (άλλη) μια τρύπα στο νερό. Ναι είναι υπέροχο να σε ξυπνούν τα πουλιά που κελαηδούν γλυκύτατα το πρωί και τη νύχτα να λάμπουν τόσο πολύ τ' αστέρια που σου φέρνουν δάκρια στα μάτια, να βλέπεις όλα τα χρώματα του κόσμου στα ανοιξιάτικα τοπία γύρω σου, να τρως αληθινό μέλι και ντομάτες από τον κήπο σου, αλλά.

Αυτό το "αλλά" είναι πολύ σπαστικό τελικά.

Μας λείπουν οι κινηματογράφοι,τα θέατρα, τα μουσεία και όλα αυτά που αναφέρω παραπάνω μιλώντας για την Αθήνα που τα έχει σε αφθονία -και παρ΄ όλο που δεν τα αξιοποιείς, δε σου λείπουν γιατί ξέρεις ότι υπάρχουν και αυτό σε καθυσυχάζει.
Συμπέρασμα 1: Maybe I'm just like my mother she's never satisfied


για να μην πω τίποτα πιο βαρύ


Συμπέρασμα 2: κάτι ήξερε και ο Καβάφης που ήταν κατά των μετακομίσεων και έλεγε: "Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες". Αλλά αυτό το ανακαλύπτεις πολύ αργότερα. Όταν βρεις τη σοφία θα χάσεις το "αλλά".



16.5.07

Ύπνος χωρίς όνειρα

Η διαφημίστρια Μίλκα Πολιάνι επιβεβαιώνει τις πιο φριχτές υποψίες σε πρόσφατη συνέντευξή της: "Σήμερα τα όνειρα τέλειωσαν. Ο κόσμος δεν ονειρεύεται πια." Για αυτό και οι διαφημίσεις χρησιμοποιούν "αληθινούς" ανθρώπους και όχι σύμβολα τελειότητας. "Η γενιά που τώρα μπαίνει στην παραγωγή είναι η πρώτη μεταπολεμική γενιά που δεν θα ζήσει καλύτερα από την αμέσως προηγούμενη." Ανατριχιαστικό;
Πώς να δείξεις πια απλησίαστα πρότυπα στο καταναλωτικό κοινό; θα καγχάσει. Ούτε ντομάτες δεν θα μπορέσει να σου πετάξει γιατί είναι πανάκριβες.

Η διαπίστωση είναι τόσο θλιβερή, όχι γιατί είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον και καθησυχαστικό να ονειρεύεσαι χλιδές και καταναλωτικές υπερβάσεις και να θέλεις ν' αγοράσεις χίλια υπέροχα άχρηστα αντικείμενα, αλλά γιατί είναι απελπισία να μην έχεις πλέον το δικαίωμα ονειρεύεσαι, ούτε τη διάθεση εφ' όσον δεν έχεις τη δυνατότητα.

Αν υποτεθεί ότι σύγχρονος άνθρωπος=καταναλωτής, ο καταναλωτής είναι ένα παιδί που έχει μαραζώσει, δεν παίζει και υπολογίζει να αγοράσει με το χαρτζηλίκι του τετράδια και μολύβια που θα γράφουν μόνο εργασίες, δεν σκέφτεται να ζωγραφίσει, θα είναι επικίνδυνο να του ξεφύγουν μολυβιές και χρώματα, θα χάσει την ηρεμία του και θα αρχίσει να επιθυμεί ότι δεν μπορεί να αποκτήσει και αυτό είναι πάρα πολύ επικίνδυνο, κάπως έτσι γεννιούνται οι εξεγέρσεις όταν ένα παιδί βάλει χρώμα στη γκρίζα ζώνη της ύπαρξης.

10.5.07

Τί άρωμα

Έτσι λοιπόν αφού τραγουδιστές και celebrities σχολιάζουν λογοτεχνικά έργα με τις ευλογίες των εκδοτών που τους μοστράρουν στα βιβλία τους, καταλαβαίνεις ότι έχεις κάποιο πρόβλημα αν δεν σ' αρέσει το ίδιο βιβλίο που σου άρεσε πριν από χρόνια, ιδίως όταν αρέσει τόσο πολύ στη διάσημη τραγουδίστρια που η άποψή της αρέσει τόσο στον εκδότη.
Υπάρχει το δεδομένο της παγκοσμιοποίησης, μίας σούπας και ενός μίξερ που αλίμονό σου αν δεν σου αρέσουν, θα στα ταϊσουν με το χωνί θες δε θες, τα γουρούνια και τα μαργαριτάρια έχουν την ίδια και απαράλλαχτη αξία και μη στραβώνεις. θα σου φέρουν το εύπεπτο στο πιάτο και το βαρύ θα το πασπαλίσουν με χρυσόσκονη για να "σπάσει" λίγο.
Επανέρχομαι στο βιβλίο και συνοψίζω: 1.δεν θυμάμαι αν η έκδοση του τότε ήταν ίδια με του τώρα αλλά τότε ήταν σίγουρα πιο καλαίσθητη. 2.Αν φοβάμαι να ξαναδιαβάσω βιβλία που μου άρεσαν κάποτε τί ισχύει τελικά; μου αρέσουν ή μου άρεσαν; σε μία συζήτηση λόγου χάρη θα πω α αυτό είναι μάπα, αλλά κάποτε μου άρεσε τόσο πολύ; είναι γελοίο 3.καλύτερα να μην τα ξαναδιαβάζω, υπάρχουν τόσα άλλα που περιμένουν. Αυτά.

Και ένα ωραίο ποιηματάκι του παρεξηγημένου από μένα (?)Γ. Ρίτσου που διάβασα πρόσφατα σε εφημερίδα:
"Αδέλφι, εδώ βαθιά μου ανθίζει/ένας κήπος για σένα. Καθώς έπεφτε η βροχή/και δεν ήταν ένα πράσινο φύλλο/για να με μάθει πώς χαμογελούνε/εσύ χτύπησες το τζάμι μου/και μου 'βαλες κρυφά και σιωπηλά/στην έρημη παλάμη/τους σπόρους της αγάπης".

9.5.07

Το άρωμα

Ξαναδιαβάζω μετά από δεκατρία χρόνια το "Άρωμα" του Πατρίκ Ζίσκιντ και τρώω μεγάλη απογοήτευση. Και καλά εγώ, που τότε ήμουν -ας πούμε- νια και γέρασα, έβλεπα σίγουρα πολύ διαφορετικά τα πράγματα απ' ότι τώρα, άλλα με γοήτευαν, άλλα με συνέπαιρναν που σήμερα ούτε να τα φτύσω. Αλλά δεν ήμουν κι άσχετη από λογοτεχνία! Και είχα πάθει πλάκα με αυτό το βιβλίο. Αλλά οι άλλοι; διάφοροι κριτικοί, λογοτεχνικοί κύκλοι, τρελές πωλήσεις, το είχαν αναγάγει σε ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα όλων των εποχών. Επειδή μου άρεσε τόσο πολύ (είχα τότε την κακή και ηλίθια συνήθεια να χαρίζω τα βιβλία που μου άρεσαν τρομερά, αντί να τα συστήνω απλώς ή να τα ξαναγοράζω για να τα δωρίσω, με αποτέλεσμα να μου λείπουν πάντα τα καλύτερα βιβλία μου)το χάρισα κι αυτό και από τότε σκεφτόμουν ότι κάποια στιγμή θάπρεπε να το ξαναποκτήσω. Μέχρι που ήρθε αυτή η στιγμή, με αφορμή και τη σχετική ταινία και το ξαναθυμήθηκα. Το αγόρασα, χάλια το εξώφυλλο αλλά λέω τέλος πάντων, αξίζει το περιεχόμενο.
Διαβάζω λοιπόν ένα παραμυθάκι με κάποιες ακριβείς και αισθαντικές περιγραφές μυρωδιών και τέλος. Καμία άλλη αξία, τίποτα να σε κρατήσει, μια μαλακία και μισή δηλαδή. Και τρομάζω. Πώς είναι δυνατό να αλλάζουμε τόσο πολύ εμείς και τα γούστα μας, πώς τοποθετείται ένα έργο στο χρόνο, πώς αξιολογείται μετά, τί είναι τελικά αυτό που το κάνει κλασικό; Εντάξει για αυτά τα ερωτήματα δεν είναι δουλειά μου να προβληματιστώ, υπάρχουν άλλοι πιο κατάλληλοι και πιο άμεσα ενδιαφερόμενοι για αυτό. Αλλά το συγκεκριμένο βιβλίο φαντάζομαι ότι το αποθέωσαν τότε άνθρωποι όλων των ηλικιών, τώρα πόσοι θα το βρουν τόσο εξαίσιο? Φταίει μήπως εκείνο το αρρωστημένο στοιχείο που είχε, το οργιαστικό κρεσέντο του φινάλε, που εντυπωσίασαν εκείνη την εποχή, που ήταν ακόμα αθώα, που ήμασταν ακόμα αθώοι, που δεν υποστηρίζαμε ότι τα είχαμε δει όλα, δεν βλέπαμε τόσο πολύ τηλεόραση; τί να πω.
Η χαριστική βολή ήρθε όταν πρόσεξα ότι στο οπισθόφυλλο είχαν αποτυπωθεί απόψεις..τραγουδιστών!

συνεχίζεται

6.5.07

Με χιόνι

Την πιό ποιητική πραμάτεια διαλαλούσε χθες στη λαϊκή ένα γεροντάκι: κανελάδα με φρέσκο χιόνι.
Μου φάνηκε παράξενο που το φρέσκο χιόνι γίνεται γρανίτα με σιρόπι κανέλας και πουλιέται για να σε δροσίσει ένα ζεστό μεσημέρι του νότου.
θα μου άρεσε επίσης να δοκιμάσω πιπεράδα με ηλιαχτίδες, βυσσινάδα με ψιλόβροχο και στο τσακίρ κέφι, ρακόμελο με καταιγίδα πικραμύγδαλου..



4.5.07

Mαγιάτικο φεγγάρι

Έγραφα κι έβριζα την προχθεσινή πανσέληνο κι αυτή με τιμώρησε με μία στιγμιαία διακοπή ρεύματος που εξαφάνισε ότι είχα γράψει. Έλεγα για τα ΝΕΥΡΑ που δημιουργεί, που μας ρίχνει νοκ άουτ, χωρίς να μας επιτρέπει να χαλαρώσουμε για να απολαύσουμε το θέαμα που μας προσφέρει, ότι μας περιγελά από ψηλά, ότι φωτίζει το σκοτεινό μας πρόσωπο, ότι εμφανίζεται τάχα θλιμμένη τάχα μελίρρυτη τάχα το φως το λατρευτό των ποιητών και των χαμένων παιδιών, ενώ διψάει για τα δάκριά μας και πεινάει για λύπες.
Σα δηλητηριασμένη καραμέλα, πρώτα σε γλυκαίνει μετά σε πεθαίνει.
Δεν ξέρω αν ισχύει για όλους το "σκοτώνω άνθρωπο" εκείνες τις μέρες, ή αν αυτοί για τους οποίους δεν ισχύει είναι τελικά οι άνθρωποι που "σκοτώνονται".

Μικραίνει τώρα και ησυχάζω αφού έφαγα όλα μου τα νύχια και τα έφτυσα σα φεγγάρια στη χάση, θα λιμάρω και τα δόντια μου γιατί σα να μάκρυναν και θα 'μαι μια χαρά, έτοιμη να υμνήσω το φεγγάρι και να λιγωθώ κάτω από το ασήμι του.

1.5.07

Του Μάη

Ήταν του Μάη το πρόσωπο
του φεγγαριού η ασπράδα
ήταν περπάτημα ελαφρύ
σα σκίρτημα του κάμπου
Σαν θα διψάσεις για νερό
θα στίψουμε ένα σύννεφο
σαν θα πεινάσεις για ψωμί
θα σφάξουμε ένα αηδόνι